10 ερωτήσεις στη Στέφη Θεοδότου, τη δημιουργό της παράστασης «Η καρέκλα που φανταζόταν»

Η Στέφη Θεοδότου είναι δημιουργός πλήθους παραστάσεων για παιδιά, εφήβους και ενήλικες. Αυτή την περίοδο “ανεβάζει” την παράσταση “Η καρέκλα που φανταζόταν” για παιδιά 3-10 ετών. Για περισσότερο από μία δεκαετίa, επίσης, συντονίζει και διευθύνει το Εργαστήρι Δημιουργικής Έκφρασης «ΔΡώΜΕΝΑ» με Εκπαιδευτικά Προγράμματα Διαδραστικής Μάθησης, Εκπαιδευτικά Σεμινάρια Θεατρικού Παιχνιδιού και Θεατρικές Ομάδες Παιδιών, Εφήβων και Ενηλίκων σε συνδυασμό με Συμβουλευτική Γονέων.

Έχουμε τη χαρά να τη φιλοξενούμε στη στήλη μας Πρόσωπα. Την ευχαριστούμε πολύ για τη συνέντευξη αυτή και τις πλήρεις απαντήσεις της που δίνουν τροφή για σκέψη σε εμάς τους γονείς!

  1. Ποιος είναι ο σκοπός της παράστασης «Η καρέκλα που φανταζόταν»; Ποιο μήνυμα θέλετε να περάσετε στα παιδιά;

Κύριος σκοπός του έργου είναι η ενθάρρυνση των παιδιών να αξιοποιήσουν την φαντασία, τη δημιουργικότητα και την πρωτοβουλία τους στο πλαίσιο της μάθησης. Το όραμα είναι ο σύμμαχός τους για το αύριο. Αν τα ενισχύσουμε ως προς αυτό, θα μπορούν να είναι πραγματικά ελεύθερα στο να επιλέξουν «ποιοι» θέλουν και μπορούν να γίνουν.

Το έργο επιχειρεί να δημιουργήσει μια οπτική ενός σχολείου που δίνει τέτοιες ευκαιρίες, μιας και το σχολικό πλαίσιο είναι το βασικό περιβάλλον μάθησης των παιδιών. Φυσικά, το σχολείο προϋποθέτει το παιδί να νιώθει οικεία για να λειτουργήσει μέσα σε αυτό. Ο προσωπικός  του χώρος, όπως η καρέκλα του και το θρανίο του, χρειάζεται να αποτελέσουν έναν χώρο ο οποίος του επιτρέπει μια άνεση, μια ελευθερία και εξυπηρετεί αυτήν την ανάγκη για εξερεύνηση. Μέσω της «καρέκλας», το έργο προσπαθεί να καλλιεργήσει μια ευαισθησία για τα αντικείμενα και τον κόσμο, αλλά και να βοηθήσει το παιδί στη μετάβασή του από την μοναχική στη συλλογική δημιουργικότητα.

2. Ποιο σημείο της παράστασης πιστεύετε ότι εντυπωσιάζει περισσότερο τους μικρούς θεατές;

Θεωρώ πως είναι αρκετά σημεία, αν και βέβαια το κάθε παιδί εντυπωσιάζεται με διαφορετικά πράγματα. Πάντα βλέπω μεγάλο εντυπωσιασμό στα προσωπάκια τους όταν η Ονειρένια μεταμορφώνει την καρέκλα της και χρησιμοποιεί πολύ διαφορετικά το σώμα της σε σχέση με αυτήν, από ότι καθόμαστε συνήθως στις καρέκλες μας. Έπειτα όταν ζωντανεύει το βόρειο Σέλας με τη φαντασία της. Άλλες στιγμές είναι όταν η καρέκλα ζωντανεύει, όταν μπαίνουμε στο Σύννεφο της Φαντασίας, όταν φτιάχνουμε ουράνιο μονοπάτι με τα αστεράκια μας κι όταν η Ονειρένια πετάει στα αστέρια. Και φυσικά, όταν τα παιδιά ανεβαίνουν στην σκηνή για να παίξουμε με τη Γνώση και να καλωσορίσουμε τη Φαντασία στο σχολείο, μεταμορφώνοντας έτσι όλες τις καρέκλες και παίζοντας μαζί τους.

3. Τα ερεθίσματα και οι αφορμές για συζήτηση στην παράσταση «Η καρέκλα που φανταζόταν» είναι πολλά. Τι θα προτείνατε στους γονείς που την παρακολουθούν να συζητήσουν με τα παιδιά;

Το έργο, εκτός από την αξιοποίηση της φαντασίας στη διαδικασία της μάθησης,  καταπιάνεται πολύ με την καθολική έννοια της αλλαγής, το πώς από τη μια της όψη μάς φοβίζει, μας ξεβολεύει ή μας πονάει, κι από την άλλη μας λυτρώνει, μας δικαιώνει ή μας οδηγεί στην εκπλήρωση των στόχων μας. Η δυναμική της αλλαγής, λοιπόν, είναι κι αυτό ένα από τα στοιχεία προς συζήτηση. Άλλα θέματα είναι η ευαισθητοποίηση για τα αντικείμενα και τους ανθρώπους γύρω μας, η δύναμη της φιλίας, ο σεβασμός στις επιθυμίες του άλλου, ο αποχωρισμός του φανταστικού φίλου και η πίστη στα όνειρά μας.

Μπορούμε για διευκόλυνση, να θέσουμε στα παιδιά ερωτήματα όπως : «Πώς νιώθει η καρέκλα που έχασε τη φίλη της;  Πώς κατάφερε να τη βρει; Πώς νιώθουν και οι δύο καρέκλες που άλλαξε η όψη τους; Τι εμπειρίες έζησαν; Θα μπορούσαν να είχαν ζήσει όλες αυτές τις εμπειρίες αν δεν είχαν γίνει καρέκλες; Πώς νιώθει η Ονειρένια όταν παίζει με την καρέκλα της; Πως νιώθει η Κρίστη όταν τα παιδιά πάνε σπίτια τους; Πως νιώθει η Κική που ένα παιδί παίζει μαζί της; Τα άλλα παιδιά παίζουν με τις καρέκλες τους; Γιατί οι καρέκλες λένε ότι τα αντικείμενα έχουν ψυχή; Πώς νιώθει η Ονειρένια όταν οι καρέκλες φεύγουν την πρώτη φορά και πώς νιώθει όταν φεύγει η ίδια τη δεύτερη φορά; Τι διαφορετικό συνέβη και άλλαξαν τα συναισθήματά της; Τι έμαθε η Ονειρένια πλάι στις καρέκλες της; Πού θα χρησιμοποιήσει αυτές τις γνώσεις; Πώς νιώθει πια τώρα η Ονειρένια που θα πάει στο σχολείο; Τι θα πει στα άλλα παιδιά; Γιατί η Ονειρένια δεν ήθελε να φύγουν οι καρέκλες μέχρι να δοκιμάσει; Τι κέρδισε ο Αϊνστάιν που ήταν «παθιασμένα περίεργος»; Γιατί της Γνώσης της αρέσει το παιχνίδι; Γιατί ένα παιδί μπορεί να φέρει πίσω τη Φαντασία στους ανθρώπους που τη χάνουν; Γιατί η Ονειρένια είπε ότι η Κική έμοιαζε στη μαμά της;»

Επίσης, όλες οι φράσεις του Αϊνστάιν που εμπεριέχονται στο έργο είναι προς δημιουργική συνδιαλλαγή με τα παιδιά.

4. Στις παραστάσεις σας επιμελείσθε τη μουσική και γράφετε η ίδια τους στίχους. Πόσο σημαντική πιστεύετε ότι είναι η μουσική σε μια παιδική παράσταση;

Η μουσική κάνει μαγικά μέσα μας. Οι ήχοι, η μελωδία, τα μουσικά όργανα μπορούν να μας ταξιδέψουν σε εικόνες, μνήμες ή φαντασιώσεις. Μπορούν να μας ανατρέψουν όλη τη συναισθηματική μας κατάσταση, να μας δημιουργήσουν νέα συναισθήματα ή να επιτρέψουν στα υπάρχοντα να μεγεθυνθούν και να μας συνεπάρουν ολοκληρωτικά. Μέσω της μουσικής μπορούμε να νιώσουμε μια σύνδεση, μια σύμπνοια με τους άλλους χωρίς να πούμε λέξη. Η μουσική έχει μια διαφορετική γλώσσα, το ίδιο σημαντική με τα λόγια. Τα παιδιά έχουν ανάγκη από ποικίλα ερεθίσματα για την καλλιέργειά τους, την έκφρασή τους και τη συγκέντρωσή τους. Έχει ποιότητα και αισθητική και είναι βοηθητικό για τα παιδιά, σε μία παράσταση να υπάρχει μουσική επένδυση η οποία μπορεί να μαρτυράει διαθέσεις που πιθανόν κρύβονται ανάμεσα στις λέξεις ή πίσω από τις εκφράσεις των ηρώων του έργου ή μέσα τη βαθιά σιωπή του κοινού. Είναι σημαντικό τα παιδιά να αποκτούν μουσική παιδεία και να απολαμβάνουν την μαγεία αυτής της τέχνης μέσα από μία θεατρική παράσταση.

5. Ποιο είναι το πιο δύσκολο που έχει να αντιμετωπίσει κανείς μπροστά στο παιδικό κοινό; Υπάρχει κάποια αντίδραση που έχει μείνει στη μνήμη σας;

Από τις πιο δύσκολες και αναγκαίες δεξιότητες που χρειάζεται κάποιος να αναπτύξει, είναι η ετοιμότητα και η ευστροφία στο να συμπεριλαμβάνει τις αυθόρμητες αντιδράσεις των παιδιών μέσα στην παράσταση, ώστε να νιώθουν καθ’ όλη της διάρκειά της, αναπόσπαστο μέρος της.

Οι αντιδράσεις είναι τόσες πολλές, που ενώ μετά από κάθε παράσταση είναι ότι πιο έντονο έχω ζήσει και με έχουν εντυπωσιάσει πιο πολύ από το οτιδήποτε, σιγά σιγά ξεχνιούνται μαζί με τις υπόλοιπες. Είναι πολλά τα χρόνια που λέω «πρέπει να ξεκινήσω να τις γράφω» και ακόμη δεν το έχω κάνει.

Θυμάμαι τώρα, μια ιδιαίτερη αντίδραση σε μια από τις πρόσφατες παραστάσεις μας σε ένα σχολείο. Κατά τη διάρκεια της παράστασης, κι όση ώρα υπάρχει δομημένη παράσταση και όχι εμψύχωση, κάθομαι κοντά στα παιδιά. Ένα παιδί, που καθόμουν αρκετά κοντά του με αγκάλιασε, όπως άλλωστε τα παιδιά το συνηθίζουν αυθόρμητα. Μετά από αρκετή ώρα όπου είχαν μεσολαβήσει δράσεις και μετακινήσεις και ξαναβρέθηκα δίπλα του, πήρε τα χέρια μου και τα έβαλε γύρω από τους ώμους του για να το αγκαλιάσω. Κάθε φορά που μετά από λίγη ώρα επέστρεφα στην θέση μου, τα ξανάπαιρνε και τα τύλιγε γύρω από τους ώμους του. Σύντομα η αγκαλιά εξελίχθηκε σε πειραματισμό από πλευράς του. Έπαιρνε τα χέρια μου και τα πόδια μου και τα τοποθετούσε σε ακανόνιστα σημεία στον αέρα. Όταν  κουραζόμουν και τα κατέβαζα, τα έπαιρνε πάλι και έκανε το ίδιο. Χρειάστηκε να παραμείνω ακίνητη δεχόμενη την πρωτοβουλία του και να παρακολουθήσω σαν άγαλμα μεγάλο μέρος του έργου, σαν αυτή να είναι η φυσική πόζα του σώματός μου.

Θεωρώ πως το παιχνίδι του αυτό ήταν μια απόπειρα εφαρμογής των όσων προτείναμε στην σκηνή και μια ανάγκη του να επιβεβαιώσει την εγκυρότητά μας σε έννοιες όπως η ευκαμψία της καρέκλας και η δεκτικότητα του μεγάλου στις ιδέες του παιδιού.

6. Η «κυρία Φαντασία» υπάρχει στη ζωή των παιδιών σχολικής ηλικίας σήμερα; Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς για να την κρατήσουν για περισσότερο καιρό στη ζωή τους;

Η κυρία Φαντασία στην προσχολική ηλικία είναι πάντα παρούσα, χαρίζει απλόχερα τα υλικά της στις περισσότερες σχολικές δραστηριότητες, όμως όσο μεγαλώνουν τα παιδιά δυστυχώς όλο και ξεμακραίνει από την εκπαίδευση.

Οι γονείς από τη μία βρίσκονται σε πολύ δύσκολη θέση. Πέρα από την δύσκολη σύγχρονη καθημερινότητα που δεν αφήνει χώρο για αναπνοή με την πυκνότητα και την ταχύτητά της, στον ελάχιστο χρόνο που τελικά δεν τους μένει αλλά προσπαθούν υπεράνθρωπα να βρουν, πώς να ενισχύσουν τα παιδιά να εντάξουν τη φαντασία στη μάθηση, όταν πολλές φορές στην παραμικρή προσπάθεια του παιδιού να την εφαρμόσει, μπορεί το ίδιο τελικά να εισπράξει στο σχολείο απόρριψη γι’ αυτό; Οι δάσκαλοι από την άλλη δεν είναι σε ευκολότερη θέση, όταν σε μία ίδια απαιτητική καθημερινότητα, έχουν ως μονάδες να αντιμετωπίσουν ένα σαθρό εκπαιδευτικό σύστημα. Χρειάζεται λοιπόν να καταλαβαίνουμε και τις δύο πλευρές και να βρισκόμαστε στο πλάι τους.

Γνωρίζω προσωπικά πολλά φωτεινά παραδείγματα γονέων και εκπαιδευτικών που παλεύουν ως μονάδες και θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως άσημοι ήρωες. Τι κάνουν αυτοί που δεν κάνουν κάποιοι άλλοι; Έχουν βάλει άλλες προτεραιότητες. Αναγνωρίζουν τι είναι σημαντικό και τι όχι. Έχουν γερό στομάχι και δυνατή θέληση. Δεν αφήνουν το αποκαρδιωτικό χάος να καταπιεί τα ιδανικά τους. Αναλαμβάνουν την προσωπική τους ευθύνη χωρίς να τους απασχολεί τι κάνουν οι άλλοι. Βλέπουν μακριά.

Τα παιδιά χρειάζονται αδιαμφισβήτητα χρόνο και φαντασία για να εξελιχθούν – χρόνο για παιχνίδι, για εξηγήσεις, για πειραματισμούς,  για παρέα. Το σήμερα φεύγει όπως φεύγει και διαδέχεται το αύριο. Είμαστε και στο σήμερα και θα είμαστε και στο αύριο. Αρκεί να καταλάβουμε ότι «είμαστε» ενεργοί, ότι ακόμη και η παθητικότητά μας κρύβει μια δράση. Αν το καταλάβουμε, τότε ίσως να μπορούμε να επιλέξουμε «πώς» είμαστε.

7. Θεωρείτε ότι οι γονείς/συνοδοί των παιδιών πρέπει να επεξηγούμε τα μηνύματα, τα συναισθήματα ή οτιδήποτε θεωρούμε εμείς ότι δεν κατανοούν τα παιδιά κατά τη διάρκεια της παράστασης;

Πρώτα ας αναρωτηθούμε αν όντως δεν κατανοούν κάτι τα παιδιά ή εμείς δεν κατανοούμε ότι κατανοούν.
Σε γενικές γραμμές είναι καλό να αφήνουμε το παιδί να απολαύσει τη θέαση ως ολότητα σαν να είναι ενήλικας. Όταν το αποσπούμε κατά τη διάρκεια της παράστασης, ίσως και να διακόπτουμε τη ροή της σκέψης του και του συναισθήματός του και τελικά να χάσουμε και οι δυο μας σημαντικές πληροφορίες. Από την άλλη όταν τελειώσει η παράσταση, η επιμονή να συζητήσουμε για το έργο ίσως το πιέσει για πράγματα που ακόμη είναι στον αέρα και δεν έχουν «κάτσει» μέσα του. Το κάθε παιδί θέλει τους χρόνους του να κάνει τις συνδέσεις και τους συνειρμούς του. Πολλά παιδιά παρατηρούν πολύ καλά χωρίς να μιλούν. Πολλές φορές, οι γονείς αγχώνονται αν το παιδί καταλαβαίνει. Σε βάθος χρόνου, το παιδί μπορεί να εκδηλωθεί με μία ερώτηση ή να αναπαράγει κάτι που είδε. Μου έχει τύχει και 6 μήνες μετά να εισπράξω την πρώτη ανατροφοδότηση, η οποία ήθελε τον χρόνο της να ωριμάσει ώστε να εξωτερικευθεί.
Ο κάθε γονιός βέβαια γνωρίζει καλύτερα το παιδί του. Αν το παιδί πραγματικά δυσκολεύεται σε κάποια φάση να κατανοήσει ή να συγκεντρωθεί ως προς ένα θέαμα, μπορεί η βοήθεια του γονέα να είναι πολύτιμη και να αποτελέσει ο ίδιος τον συνδετικό κρίκο. Με ελάχιστες λέξεις μπορεί να πυκνώσει ένα νόημα και να το βοηθήσει να διατηρήσει το ενδιαφέρον του.
Το παιδί βέβαια αν νιώσει την ανάγκη, ίσως να ρωτήσει πρώτο. Ανάλογα την ερώτηση, ας σκεφτούμε και την εκδοχή, ο γονιός να αλληλεπιδράσει και με ένα νεύμα προβληματισμού. Γιατί να μην επιτρέψει στο παιδί να παραμείνει για λίγο με τον προβληματισμό του, ακόμη κι αν εκείνος πιστεύει ότι γνωρίζει την απάντηση; Άλλωστε, πολλές φορές οι βεβιασμένες απαντήσεις δεν είναι και οι πιο αντιπροσωπευτικές. Ας αναρωτηθούμε λοιπόν κι εμείς πρώτα, όχι μόνο για την ορθότητα της απάντησης αλλά και για το κίνητρο της ερώτησης του παιδιού.

8. Πρόσφατα αναρτήσαμε ένα άρθρο για τη Βιωματική Μάθηση και το θεατρικό παιχνίδι είναι ένα από τα μέσα της Βιωματικής Μάθησης. Θα θέλατε να μας αναφέρετε κάποια από τα βασικά οφέλη του θεατρικού παιχνιδιού στην εκπαιδευτική διαδικασία αλλά και στην ανάπτυξη του παιδιού;

Το Θεατρικό Παιχνίδι είναι μια μέθοδος, απολύτως κατάλληλη για την γνωστική και την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών. Βασίζεται σε δύο θεμελιώδεις αρχές: σε αυτήν του θεάτρου – που είναι στη φύση του ανθρώπου να μιμείται και να αναπαριστά και σε αυτήν του παιχνιδιού – που είναι στη φύση του παιδιού να παίζει και να ανακαλύπτει. Πρόκειται λοιπόν για μία μέθοδο που μπορεί να είναι οικεία στο παιδί ώστε μέσω αυτής να πετύχουμε τους στόχους που θέτουμε, ανάλογα το πεδίο εφαρμογής της.

Τα παιδιά μέσω του ελεύθερου θεατρικού παιχνιδιού, μπορούν πραγματικά να αφεθούν να ανακαλύψουν ολοκληρωτικά τους εαυτούς τους και τους άλλους, σε έναν χώρο που δεν υπάρχει «πρέπει» και «μη» να τα εμποδίζει ή να τα κατευθύνει. Σε ένα περιβάλλον ασφάλειας, μπορούν να δοκιμάζουν χωρίς να επιδιώκουν να είναι αρεστοί. Έτσι αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες και ενισχύουν την αυτοεκτίμησή τους. Μέσα στο πλαίσιο άκριτης αποδοχής, μαθαίνουν να νοιάζονται αυθεντικά για τους γύρω τους.

Στον εκπαιδευτικό τομέα, το θεατρικό παιχνίδι μπορεί να αποτελέσει έναν συγκερασμό μάθησης και παιχνιδιού. Τα παιδιά μέσω του παιχνιδιού, της συμμετοχής της κίνησης, της αλληλεπίδρασης και των πέντε τους αισθήσεων, μπορούν βιωματικά να αποτυπώσουν μια θεματική ενότητα πολύ πιο αποτελεσματικά και ουσιαστικά, από όσο συμβαίνει όταν κάθονται ακίνητοι και παρακολουθούν έναν δάσκαλο να διδάσκει. Το σώμα τους θέλει να παίξει. Ολόκληρα ως υπάρξεις θέλουν να μάθουν με όλα τα τους μέσα, να συμμετέχουν ενεργά. Είναι λοιπόν πιο αποδοτικό να προσαρμόσουμε τη δική μας διαθεσιμότητα στις ανάγκες τους.

9. Σκηνοθεσία-Σενάριο-Υποκριτική: Ασχολείστε με όλα τα στάδια της δημιουργίας μιας παράστασης. Τι θα προτείνατε σε ένα παιδί που ξεκινάει την ενασχόλησή του με την τέχνη του Θεάτρου;

Για ένα παιδί ανεξαρτήτου ηλικίας, θα του πρότεινα να μην κρίνει τον εαυτό του και να προστατεύει την ομάδα μην κρίνοντας τις συμπεριφορές και τις προσπάθειες των άλλων. Να αποφεύγει να εστιάζει στο αισθητικό αποτέλεσμα, γιατί αυτό μας μπλοκάρει και μας αποτρέπει από το να ανακαλύψουμε επί της ουσίας τις δυνατότητές μας. Το ζήτημα είναι η ελεύθερη έκθεση και αυτή χρειάζεται να επαινείται ως διαδικασία, γιατί εμπεριέχει την αυθεντική τόλμη. Να αγαπήσει τα «λάθη», γιατί αυτά είναι οι πιο πιστοί συνοδοιπόροι στις πιο μακρινές διαδρομές.

Για κάποιον νέο που ξεκινάει να ασχοληθεί επαγγελματικά, θα του πρότεινα επιπλέον να οχυρώσει την αυτοεκτίμηση του και παράλληλα να ενισχύσει την δεκτικότητά του. Να βρίσκεται σε συνεχή επαγρύπνηση σε σχέση με τον εαυτό του ώστε να καταφέρει να διατηρήσει την ευαισθησία του, την πραγματική του αγάπη και το νοιάξιμο για τους άλλους μέσα σε αυτόν τον χώρο, όσο δύσκολο κι αν του φανεί στη  πορεία. Ακόμη, έχοντας ισχυρό κέντρο να είναι σε θέση να παρατηρεί τους άλλους και να τους καταλαβαίνει. Αυτό θα τον βοηθήσει και ως άνθρωπο στην προσωπική του ευτυχία, αλλά και ως επαγγελματία.

10. Για περισσότερο από μια δεκαετία συντονίζετε το Εργαστήρι Δημιουργικής Έκφρασης «ΔΡώΜΕΝΑ». Ποιους αφορά και ποιος είναι ο σκοπός του Εργαστηρίου;

Το Εργαστήρι ΔΡώΜΕΝΑ, αφορά οποιονδήποτε άνθρωπο σε οποιαδήποτε ηλικία που επιθυμεί  να έρθει σε επαφή με την Τέχνη του Θεάτρου και άλλες Τέχνες και να εξασκηθεί στις διάφορες μεθόδους, με απώτερο στόχο να ανακαλύψει στοιχεία του εαυτού του. Σκοπός μας είναι να ενώσουμε τον λόγο που υπάρχει η Τέχνη με τις ψυχοσυναισθηματικές ανάγκες του ανθρώπου. Όπως συνηθίζουμε να λέμε, στα ΔΡώΜΕΝΑ Δρώ Για Μένα – Για Σένα – Για Εμάς. Ο κάθε άνθρωπος που έρχεται, επιθυμούμε να έχει την ευκαιρία να εκφραστεί, να επικοινωνήσει με έναν διαφορετικό τρόπο με τους άλλους και να φύγει πιο πλούσιος συναισθηματικά και με ένα μεγαλύτερο χαμόγελο που πηγάζει από μέσα. Στα ΔΡώΜΕΝΑ, λοιπόν, επιχειρούμε μία κοινωνική διάσταση της Τέχνης που έχει αντίκρισμα να διεισδύσει στην ψυχή.

Πραγματοποιούνται προγράμματα, εργαστήρια, ομάδες , εκδηλώσεις και σεμινάρια για το κοινό, αλλά και σε συνεργασία με οργανωμένες δομές, σχολεία, δήμους και άλλους φορείς,  ενώ από το 2015 η δραστηριότητά μας έχει επεκταθεί και στις θεατρικές παραγωγές.

Η παράσταση “Η καρέκλα που φανταζόταν” παίζεται κάθε Κυριακή στις 11.30 ως τις 5 Απριλίου στο Θέατρο της Ημέρας (Γεννηματά 20, Αμπελόκηποι, Μετρό Πανόρμου)

Απάντηση